γογγροκτόνος

γογγρο-κτόνος, ον,
A conger-killing, Plu.2.966a.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γογγροκτόνος — γογγροκτόνος, ον (Α) αυτός που σκοτώνει γόγγρους. [ΕΤΥΜΟΛ. < γόγγρος + κτόνος < κτείνω (πρβλ. αδελφοκτόνος, Βουλγαροκτόνος)] …   Dictionary of Greek

  • γογγροκτόνος — conger killing masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -κτόνος — (AM κτόνος) β συνθετικό λ. τής Ελληνικής που ανάγεται στο ρ. κτείνω και που δηλώνει τον φονέα αυτού που σημαίνει το α συνθετικό (πρβλ. αδελφοκτόνος, πατροκτόνος). Σπανίως απαντά ως προπαροξύτονο με παθ. σημ. (ταυρόκτονος «αυτός που σκοτώθηκε από… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.